Στη σειρά Women we trust, η Άννα Μπουνάτσου συνομιλεί με νέες επιχειρηματίες που έφτιαξαν κάτι καινούριο από το μηδέν, με την πολύτιμη υποστήριξη του The People’s Trust. Αν θέλεις να μάθεις πώς φτιάχνεται μια επιχείρηση, ποια είναι τα εμπόδια που θα συναντήσεις, αν το επιχειρείν είναι για σένα και ποιος μπορεί να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις τις προκλήσεις που θα βρεις στο δρόμο σου, έλα να γνωρίσεις αυτές τις γυναίκες που κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα -και πιστεύουν ότι μπορείς να κάνεις κι εσύ το ίδιο.


Η Mother είναι ένα café-bistro με καλλιτεχνική διάθεση και βίγκαν ατμόσφαιρα. Η Βίκυ και η Εύα μας φανερώνουν πως η χορτοφαγική διατροφή είναι ιδιαίτερα νόστιμη και παράλληλα αποτελεί τρόπος ζωής. Επίσης μας αποδεικνύουν πώς οι γυναίκες τις τέχνης μπορούν να είναι ταυτόχρονα και πολύ ικανές επιχειρηματίες.

Πως γνωριστήκατε;

Βίκυ: Γνωριζόμαστε 5 ή 6 χρόνια με την Εύα. Έχουμε κοινό κύκλο, προερχόμαστε και οι δύο από τον καλλιτεχνικό χώρο και μέσα από κοινές γνωριμίες έτυχε να έρθουμε σε επαφή. Αγαπηθήκαμε πολύ, χτίσαμε έτσι μια σχέση ζωής και κάποια στιγμή αποφασίσαμε να φτιάξουμε…

Εύα: Κάτι το οποίο θα αγκάλιαζε όλες τις αγάπες μας, δηλαδή τη μουσική, το θέατρο και το βιγκανισμό.

Βίκυ: Έναν καλλιτεχνικό χώρο που να περιλαμβάνει κάτι από εμάς. Ήμασταν στο μεταίχμιο των 40, που λέμε, όχι ότι παίζει κάποιο ρόλο η ηλικία αλλά ήταν ένα σημείο πολύ μεγάλης συνειδητοποίησης και για τις δύο. Δεν θέλαμε να αφήσουμε τις τέχνες μας γιατί είμαστε ευχαριστημένες από τη δουλειά μας, όμως θέλαμε και κάτι που να μας κάνει να ξυπνάμε το πρωί με μεγάλο ενθουσιασμό. Έτσι φτιάξαμε έναν καλλιτεχνικό χώρο που να συνδυάζει πολλές αγάπες μαζί. Αυτό είναι η Mother. Και είναι η Mother από τη μητέρα που έχουμε μέσα μας. Είναι μια λέξη που συγκεντρώνει μια μεγάλη οικειότητα και πολύ μεγάλη τρυφερότητα.

Και πήρατε έτσι απλά την απόφαση να δημιουργήσετε τη Mother;

Εύα: Δεν ήταν και τόσο απλό. Ήταν ένα ταξίδι χρόνων. Ένα κομμάτι που διευκόλυνε κάπως την απόφαση αυτή είναι πως εγώ έχω δουλέψει για χρόνια σε εστιατόρια και καφέ, οπότε ένα μέρος της δουλειάς το ξέρω πάρα πολύ καλά. Κι εδώ υπάρχει η αλληλοσυμπλήρωση με τη Βίκυ. Γιατί αυτόματα ανέλαβε η κάθε μια ένα ρόλο. Και οι δύο κάνουμε τα ίδια πράγματα, αλλά μαθαίνουμε παράλληλα η μία από την άλλη. 

Βίκυ: Θέλαμε τόσο πολύ να το κάνουμε αυτό. Έχει τύχει να περπατάω στο πεζοδρόμιο και να λέω είναι δυνατόν να είναι δικό μας το μαγαζί αυτό; Δεν είμαστε οικονομικά ευκατάστατες, για να πω ότι είχαμε στην άκρη πολλά χρήματα και μπήκαμε στη διαδικασία αυτή. Ήταν όμως ένα δικό μου όνειρο πολλών χρόνων. Και χρόνια με τα χρόνια ψήθηκε κι ήρθε η στιγμή του. Παλέψαμε γι’ αυτό. Και τώρα ακόμα, που είμαστε πολύ κουρασμένες κι αγχωμένες με όλα αυτά, το πρωινό ξύπνημα είναι φανταστικό, χάρη στην αίσθηση ότι θα έρθουμε εδώ.

Μου είπατε ότι είχατε πολλά χρόνια στο μυαλό σας τη Mother σαν ιδέα.

Εύα: Το είχε η Βίκυ πολλά χρόνια στο μυαλό της. Και ουσιαστικά εγώ μπήκα σαν συνοδοιπόρος σε αυτό το κομμάτι, και ευτυχώς δηλαδή, γιατί μου αρέσει και δεν το μετάνιωσα καθόλου, ήταν μια πολύ ωραία επιλογή και με εκφράζει απόλυτα. Έγιναν και κάποιες άλλες απόπειρες παλιότερα, αλλά δεν μας βγήκαν. Τότε δεν ήταν η Mother στη μορφή που τη βλέπεις τώρα. Είχαμε βρει κάποιους τρόπους για να γίνει αυτό αλλά δεν τα καταφέραμε. Απογοητευτήκαμε γιατί δεν είχαμε βρει το κεφάλαιο και το αφήσαμε για αρκετό χρονικό διάστημα. 

Βίκυ: Μετά κάναμε αυτό γιατί δομήθηκε καλύτερα. Πήρε μια πιο καλή εικόνα. Κυνήγησα κάποια πράγματα παραπάνω. Βρήκα το The People’s Trust και επίσης είχα τη χαρά ένας αγαπημένος φίλος να θέλει να βοηθήσει. Τα βάλαμε όλα αυτά κάτω, συγκεντρώθηκε ένα ποσό και με πάρα πολλή έρευνα βρήκαμε τα καλύτερα προϊόντα κι έγινε σιγά σιγά η αρχή. Αν με ρωτήσεις δεν έχω καταλάβει πώς έγινε,  δεν έχω προλάβει να το αξιολογήσω δηλαδή. Παραιτήθηκα, θυμάμαι, πέρυσι τον Ιούλιο, ξαφνικά, από το ατελιέ όπου δούλευα, κάτι που για μένα ήταν μια δραστική κίνηση. Έλεγα ότι θα συνέχιζα τη δουλειά μου παράλληλα. Δεν υπήρχε, όμως, περίπτωση να γίνει αυτό. Και, κάπως έτσι, το ένα έφερε το άλλο και δημιουργήθηκε ο χώρος με πολύ κόπο και πολλή χαρά. 

Εύα: Μπήκαν στη διαδικασία και άνθρωποι οι οποίοι πίστεψαν και στήριξαν αυτό το έργο και σε αυτούς τους ανθρώπους βάζουμε, εννοείται, και την ομάδα από το The People’s Trust. Οι άνθρωποι αυτοί άκουσαν την ιδέα μας και μας βοήθησαν. Είναι ένα σημαντικό κομμάτι της Mother.

Βίκυ: Πρώτα πήγα εγώ και συνάντησα το Δημήτρη Κουλέτση τον οποίο αναφέρω και συγκινούμαι, γιατί ήταν η πιο ουσιαστική μου επαφή, ψυχολογικά και συναισθηματικά. Βρέθηκε στο δρόμο μου κάποιος που δεν ήταν απρόσωπος, αλλά που με αντιμετώπισε με πολλή σοβαρότητα. Η φροντίδα του ήταν ανυπολόγιστης αξίας και είναι ακόμα για μας. Γιατί ακόμα είναι σύμβουλός μας, έχουμε επικοινωνία. 

Πώς βρήκατε το The People’s Trust;

Βίκυ: Υπάρχει ένα επιχειρηματικό βραβείο το οποίο δίνεται μέσω ενός άλλου οργανισμού, και γι’ αυτό το βραβείο είχα κάνει αίτηση κι εγώ. Είχα φτιάξει ένα επιχειρηματικό πλάνο -λίγο ως πολύ ήταν αυτό το εγχείρημα με κάποιες διαφορές- προκριθήκαμε και βρεθήκαμε στους φιναλίστ, μέσα από πάνω από 1000 αιτήσεις.

Εύα: Δεν το περιμέναμε. Λέγαμε ότι πολύς κόσμος θα έχει περάσει.

Βίκυ: Σε ένα από τα στάδια του διαγωνισμού, περάσαμε από μια συνέντευξη κι εκεί μίλησα με μια εκπρόσωπο αυτού του οργανισμού, η οποία μου είπε ότι έχουμε φτιάξει ένα σπουδαίο επιχειρηματικό πλάνο. Με ρώτησε, λοιπόν, αν δεν προκριθούμε στο τέλος, γιατί είναι πολύ μεγάλος ο ανταγωνισμός και στην εστίαση συνήθως είναι δύσκολο να προκριθεί κάποιος, αν θα το παλέψουμε και μόνες μας. Και της είπα ότι θα το παλέψω. Μας είπε τότε ότι υπάρχει ένας οργανισμός που δίνει ένα ποσό πολύ κοντά σε αυτό που εμείς θέλαμε. Είχα κρατήσει αυτή τη συμβουλή στην ατζέντα μου, το θυμάμαι σαν τώρα, και μετά από κάποιους μήνες, λίγες μέρες πριν παραιτηθώ, έκανα ένα τηλέφωνο και συνάντησα τον Δημήτρη Κουλέτση. Έτσι γνωρίσαμε το The People’s Trust.

Ποιο είναι το πιο δύσκολο και το πιο εύκολο σε μια επιχείρηση σαν αυτή;

Εύα: Ένα πρώτο κομμάτι είναι η επιλογή των προϊόντων μιας τέτοιας επιχείρησης,  από το τι είδους καφέ θα πάρεις και γιατί, τι ψωμί θα φέρεις στο μαγαζί, από πού θα το φέρεις, από πού θα είναι οι πρώτες ύλες σου και λοιπά. Και μετά φυσικά τα οικονομικά, στα οποία χρειάζεται μια ισορροπία, όπως σε όλα τα μαγαζιά. Αυτό είναι κάτι το οποίο μαθαίνουμε ακόμα με τη Βίκυ. Τα πάμε πάρα πολύ καλά, ευτυχώς μαθαίνουμε γρήγορα, αλλά δεν είναι τόσο απλό. 

Βίκυ: Για μένα αυτό είναι το ευχάριστο κομμάτι. Γιατί ξέραμε λίγο πολύ τι θέλαμε και το συζητούσαμε. Το πιο δύσκολο για μένα είναι η κοινωνία. Η κοινωνία είναι κάτι με το οποίο οφείλεις να έρθεις αντιμέτωπη κάθε μέρα στο μαγαζί σου. Συναντάς πράγματα με τα οποία δεν συμφωνείς και τα οποία δεν είναι αυτό που εσύ έχεις σαν ήθος, ηθική, αξίες. Κάνεις λοιπόν μια επιλογή κι εκεί προσελκύεις, νομίζω, καθρέφτες σου. Αυτόματα όμως υπάρχει κι ένα κομμάτι που λέγεται «κράτος» και «στερεότυπα». Πολλά πράγματα είναι απελευθερωμένα και ταυτόχρονα βαθιά συντηρητικά -κι εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Να πω ένα πολύ απλό παράδειγμα που θα δείξει ένα στίγμα της κοινωνίας: βρίσκεται ένας κάδος έξω από το μαγαζί και ενημερωθήκαμε από το δήμο ότι αποτελεί εστία μόλυνσης και ότι έχουμε το δικαίωμα να πάει παραδίπλα. Κινηθήκαμε σύμφωνα με το νόμο για να μη βρίσκουμε εμπόδια μπροστά μας, αλλά δυστυχώς κάποιοι γείτονες δε συμφώνησαν με τα εκατοστά που κινήθηκε ο κάδος και μας δημιουργούν θέμα. Υπάρχουν, λοιπόν, και ζητήματα εντός αλλά και εκτός της επιχείρησης και προκύπτουν από παντού. 

Εύα: Όπως είπε η Βίκυ, ο κόσμος που έρχεται στην επιχείρηση είναι καθρέφτες μας και σιγά σιγά αυτό χτίζεται. Δηλαδή υπάρχουν και οι δύο πλευρές, και εκείνοι που γνωρίζουν και έχουν ήδη ενστερνιστεί μια διατροφή χωρίς ζωικά, αλλά και οι υπόλοιποι που ακόμα δεν ξέρουν ή και δε θέλουν να μάθουν. Έτσι είναι και οι πελάτες εδώ.

 Έχετε επιλέξει να χρησιμοποιείτε μόνο βίγκαν προϊόντα από ό, τι μου είπατε. Δεν είναι δύσκολο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα να αναδείξετε  αυτό τον τρόπο ζωής και να προσελκύσετε κόσμο;

Εύα: Νομίζω ότι θεωρείται δύσκολο να ακολουθήσεις το βιγκανισμό και όντως στην Ελλάδα τώρα έχει αρχίσει να αναδεικνύεται. Για παράδειγμα μου έτυχε σήμερα να περάσει μία κυρία γύρω στα 70 απ’ έξω και να με ρωτήσει τι θα πει βίγκαν. Θέλει να γίνει η εγγονή της, που είναι 18 χρονών, κι εκείνη δε γνώριζε τι είναι. Οπότε βλέπουμε ότι αρχίζει σιγά σιγά και μαθαίνεται, κυρίως βέβαια από τις μικρότερες γενιές. Δυστυχώς πολλοί θεωρούν πως το να ακολουθείς μια διατροφή που δεν έχει ζωικά υλικά και παράγωγα είναι ακριβή και θέλει κόπο. Είναι πολύ πιο απλή. Ιδίως στην Ελλάδα που η διατροφή είναι μεσογειακή.

Βίκυ: Εγώ θα κρατήσω αυτό που είπε η εγγονή της κυρίας. Οι 18χρονοι ξέρουν και μαθαίνουν. Δεν πήγαμε σε κάποιο χωριό της επαρχίας να το κάνουμε. Εμένα το όνειρό μου ήταν να γίνει η Mother στο Πήλιο, αλλά το αστικό τοπίο είναι αυτό από το οποίο έπρεπε να ξεκινήσουμε, γιατί έχουμε μια ιδέα αλλά θέλουμε και να πετύχει. Νομίζω ότι ο βιγκανισμός είναι κάτι που έχει γίνει πολύ πολύπλοκο, ενώ δεν είναι. Εδώ δεν είμαστε οι σκληροπυρηνικοί άνθρωποι που λένε «μη φάτε». Ακριβώς γι’ αυτό κάναμε τη Mother, για να αποδείξουμε ότι είμαστε όλοι εν δυνάμει βίγκαν. Η γενική μας διατροφή μάς χαρακτηρίζει, όχι η μια φορά που θα θελήσουμε να φάμε κρέας. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό, γιατί όλο αυτό έχει γίνει μια μόδα της διατροφής. Είναι ωραία δουλειά γιατί εξυπηρετεί και τον πλανήτη, τον σώζει σε ένα επίπεδο. Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο η διατροφή. Είναι γενικά ο τρόπος που ζούμε. Σίγουρα χρειάζεται εκπαίδευση, δεν είναι εύκολο να αλλάξεις από τη μια στιγμή στην άλλη. Κι εμείς εκπαιδευτήκαμε. Η μετάβαση ήταν πολύ αργή. Νομίζω ότι είναι πολύ απλή η χορτοφαγική διατροφή, τόσο νόστιμη, κι εμείς εδώ μαγειρεύουμε τα περισσότερα πράγματα όπως τα φτιάχνουμε και στο σπίτι μας. Ακόμα και το κρασί και τα ποτά που έχουμε δεν έχουν μέσα ζωικά παράγωγα. 

Εύα: Για μένα έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον να έρχεται στο χώρο μας κάποιος που δεν είναι βίγκαν. Γιατί πάρα πολύς κόσμος έρχεται και τρώει φαγητά ή γλυκό ή πίνει κάτι και ενδιαφέρεται να ενσωματώσει τα φαγητά μας στην καθημερινότητά του. Για μας αυτό είναι μια πολύ μεγάλη ευχαρίστηση, το να μπορούμε να επικοινωνήσουμε και να μοιραστούμε κάτι που κάποιος δεν ξέρει αλλά θέλει να μάθει.

Ως γυναίκες επιχειρηματίες έχετε δεχτεί κάποια διάκριση είτε θετική είτε αρνητική λόγω φύλου;

Βίκυ: Θετικά έχω νιώσει, αλλά αυτό έχει να κάνει με τις προσωπικότητές μας. Είμαστε αρκετά δυναμικές. Αυτό που έχω δει, όμως, είναι ότι επειδή πολλοί προμηθευτές είναι άντρες, υποβόσκει συνήθως ένα φλερτ, κι αυτό δεν είναι πάντα θετικό. Όταν εγώ λέω ότι κάτι δεν το ήθελα έτσι αλλά αλλιώς, ας πούμε, εκεί σοβαρεύουν τα πράγματα. Νομίζω ότι αν στη θέση μας ήταν ένας στιβαρός άντρας, θα υπήρχε άλλου είδους αντιμετώπιση. Ή, για παράδειγμα, οι μάστορες φαίνεται ότι σοκάρονται την πρώτη φορά που βλέπουν γυναίκες όπως εμείς, που μπορεί να γνωρίζουμε τι θέλουμε και πώς. 

Εύα: Δεν έχω νιώσει κάτι αρνητικό.  Ίσως το ότι είμαστε δύο να παίζει κι αυτό το ρόλο του. Η μια στηρίζει κι ενδυναμώνει την άλλη. 

Βίκυ: Έχω ακούσει όμως σεξιστικά σχόλια, έξω από το κομμάτι της επιχείρησης αυτής. Πέρασε ένας κύριος τις προάλλες και είπε «είστε ανίκητες εσείς οι γυναίκες», επειδή είδε που στήναμε το μαγαζί μόνες μας. Αλλά από κάτω αυτό κρύβει το «δεν σας είχαμε ικανές για τόσο, τελικά τα καταφέρνετε». Για μένα αυτό είναι κάτι αρνητικό. 

Εύα: Αυτό, βέβαια, που είπε ο κύριος ξέρουμε ότι λέγεται με γλύκα και πολύ καλή διάθεση και ακόμα και στο άκουσμά του στην αρχή χαμογελάς. Αλλά μετά το σκέφτεσαι ότι δεν ήταν και τόσο καλό σχόλιο.

Βίκυ: Είμαστε στις χρονιές της υπερβολής. Ή θα είναι ο πήχης πάρα πολύ ψηλά και θα κάνουμε π. χ. το pride, θα υποστηρίξουμε πολλοί τους ΑμεΑ και λοιπά, ή το αντίθετο ακριβώς. Κατά τα άλλα βιώνουμε ό, τι βιώνει κάθε άνθρωπος που πάει να ανοίξει μια επιχείρηση. Τη γραφειοκρατία και τις κακές ρυθμίσεις του κράτους, που δεν ξέρουν από πίσω αν είσαι γυναίκα ή άντρας. Τα ίδια που αντιμετωπίζει όλος ο κόσμος.

Ασχολείστε ακόμα παράλληλα με τα δικά σας καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα; Εσύ, Εύα, ως ηθοποιός συνεχίζεις να ασχολείσαι με την υποκριτική;  

Εύα: Ναι, γιατί έχω μια θεατρική ομάδα όπου δίδασκα και κάναμε παραστάσεις. Λόγω , δυστυχώς, αυτό διακόπηκε απότομα. Θα ξεκινήσουμε πάλι από τον Οκτώβριο. Κάνω και κάποια διαφημιστικά, συνεργάζομαι με μια εταιρεία. Aσχολούμαι ενεργά. Απλώς τώρα δίνω περισσότερη βαρύτητα χρόνου και σκέψης στη Mother, ούτως ή άλλως. 

Βίκυ: Κι εγώ συνεχίζω. Είμαι και γραφίστρια παράλληλα. Σχεδίασα το μαγαζί. Επίσης είμαι πολλά χρόνια μουσική παραγωγός. Παίζω μουσική. Αυτό έχει πάει λίγο πίσω. Θέλω να το κάνω εδώ, τώρα πια, στο μαγαζί αυτό, αλλά κάποιες μουσικές επιμέλειες αν προκύψουν θα τις κάνω, απλά πολύ πιο περιορισμένα γιατί εδώ έχεις πάντα κάτι να κάνεις. 

Παρόλ’ αυτά, φοβηθήκατε;

Βίκυ: Συνέχεια.

Εύα: Κάθε μέρα.

Βίκυ: Νομίζω ότι χωρίς το φόβο δεν θα πηγαίναμε και πουθενά. Εγώ κάθε μέρα φοβάμαι, απλά προσπαθώ να το διαχειρίζομαι. Θεωρώ το φόβο πολύ υγιή. Φοβόμαστε, αλλά κάθε μέρα ελπίζουμε κιόλας περισσότερο κι έχουμε παραπάνω δύναμη. 

Εύα: Έχει αλλάξει πάρα πολύ το τοπίο με όλο αυτό που έχει συμβεί με τον κορωνοϊό, άλλα μπαίνουμε σε μια διαδικασία διαχείρισης η οποία μας κρατάει ζωντανές. Όμως κι αυτό δημιουργεί φόβο.

Εσείς ανοίξατε το Φεβρουάριο και σχεδόν ένα μήνα μετά είχατε να αντιμετωπίσετε ένα lockdown, σωστά; 

Εύα: Ακριβώς. Κλείσαμε 40 μέρες και μετά ανοίξαμε πάλι.

Βίκυ: Τώρα κοιτάμε να συντηρήσουμε τη Mother με όσο το δυνατό λιγότερα έξοδα για να μπορέσει να ξεπεράσει αυτούς τους μήνες.

Εύα: Χωρίς να χάσει τίποτα από την ποιότητά της, όμως.

Βίκυ: Το καλό είναι ότι δεν έχει πολλά λειτουργικά έξοδα. Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα αντέξουν ενοίκια και λοιπά. Έχουμε κάτι πολύ προσεγμένο και το φροντίζουμε, οπότε νομίζω ότι θα αντέξουμε. Όλα γίνονται μέρα με τη μέρα. Ποιος περίμενε ότι θα μας έκλεινε ένας ιός;

Αν ερχόταν μια γυναίκα τώρα και σας έλεγε ότι θέλει να ξεκινήσει τι δική της επιχείρηση τι θα τη συμβουλεύατε;

Εύα: Να είναι πολύ ξεκάθαρο αυτό που έχει στο μυαλό της. Είναι σημαντικό. Αυτό το έμαθα μέσα από τη διαδικασία στησίματος της Mother. Αν και το επιχειρηματικό πλάνο το έκανε όλο η Βίκυ, αυτό που έμαθα είναι πως αν δεν ξέρεις τι ακριβώς θέλεις, θα μπερδευτείς. Αν δεν υπάρχουν οι οικονομικοί πόροι, να κάνει μια έρευνα για το πώς μπορεί να τους βρει. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα δάνειο, μπορεί να βρει έναν οργανισμό όπως το The People’s Trust.

Βίκυ: Εγώ απλά θα τη ρωτούσα πώς φαντάζεται τον εαυτό της χαρούμενο όταν ξυπνάει το πρωί. Εμείς συνεργαστήκαμε πολύ συνειδητά, γιατί εκτιμάμε η μια την άλλη πάρα πολύ. Δε θα της έλεγα απαραίτητα να ξέρει ακριβώς τι θέλει, γιατί κι εγώ ακόμα μαθαίνω. Για τα υπόλοιπα πρέπει να παλέψει, να το κυνηγήσει. Δεν λέω όμως να γίνει κομμάτια. Αν θέλεις κάτι, αν και κλισέ, γίνεται. Στην ώρα του.

Εύα: Είναι και να το ζητήσεις βέβαια. Εγώ το έμαθα τώρα αυτό. Δεν το είχα και δεν το έχω πολύ ακόμα, αλλά το προσπαθώ.

Θα αλλάζατε, όπως το βλέπετε τώρα, κάτι στη δημιουργία της Mother;

Εύα: Δεν θα άλλαζα απολύτως τίποτα.

Βίκυ: Εγώ θα άλλαζα το άγχος μου λίγο. 

Εύα: Θα το βρεις αυτό. Όταν ξεκινήσαμε λέγαμε, αν αποτύχουμε τι κάνουμε; Μπορούμε όμως να διαχειριστούμε ακόμα και αυτό το κομμάτι. Τώρα βέβαια την έχουμε αγαπήσει τη Mother περισσότερο. Αλλά θέλει αγάπη και φροντίδα. Και να έχουμε η μία την άλλη. 


Σχετικά με το The People’s Trust

Το The People’s Trust, είναι ένας ιδιωτικά χρηματοδοτούμενος, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που υποστηρίζει νεοσύστατες και υφιστάμενες μικρές επιχειρήσεις όλων των κλάδων, παρέχοντας μικροχρηματοδότηση μέχρι το ποσό των €10.000 και δωρεάν υπηρεσίες επιχειρηματικής ανάπτυξης. Όραμά του, να συμβάλει στη μείωση της ανεργίας στην Ελλάδα μέσω της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας. Για το λόγο αυτό, προσφέρει στους επιχειρηματίες του αύριο τα εφόδια που χρειάζονται για να μετατρέψουν τις ιδέες τους σε βιώσιμες επιχειρήσεις. Αναζήτησε περισσότερες πληροφορίες στο https://www.thepeoplestrust.org/.